Μνήμη
"Μερικές φορές είμαι αφηρημένος και ξεχνώ πράγματα που μου λένε να κάνω ή να μην κάνω. Αυτά που μου ζητούν γλιστρούν στα νερά της μνήμης μου, όπου και πνίγονται μέσα στις υπόλοιπες ξεχασμένες αναμνήσεις...
"Εκείνοι που βρίσκουν ωραία νοήματα σε ωραία πράγματα είναι οι καλλιεργημένοι.Γι'αυτούς υπάρχει ελπίδα", ΌΣΚΑΡ ΓΟΥΑΙΛΝΤ , Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέη
"Μερικές φορές είμαι αφηρημένος και ξεχνώ πράγματα που μου λένε να κάνω ή να μην κάνω. Αυτά που μου ζητούν γλιστρούν στα νερά της μνήμης μου, όπου και πνίγονται μέσα στις υπόλοιπες ξεχασμένες αναμνήσεις...
Γλυκό μου κι άρρωστο μυστικό
της λύτρωσης και της ζωής
εσύ που απλόχερα μοιράζεις ευτυχία.
Της αυταπάρνησης το θέλω
Λατρεία για κάτι φθονερό!
Τ’ ανυποχώρητο, το γκρίζο
ουράνιο τόξο των φτωχών
μοναδικό στο είδος του μα όμορφο
χιλιάδες έχει διαβαθμίσεις
πάμπλουτο είναι μα θλιμμένο...
Παράβολο εισόδου τσουχτερό
της τύχης ο λαχνός ο σπάνιος
σε λάθος χέρια λάθος πορεία έχει πάρει.
Περίπατος με βήμα σταθερό
σαν σε παρέλαση χιλιάδων μυρμηγκιών
σε ανούσιο ταξίδι επιβίωσης.
“Πριν νυχτώσει πρόλαβε!
Θα σε ξυπνήσω εγώ νωρίς.
Κοιμήσου ήσυχος...”
Η αδιαφορία ή το αδιέξοδο στο οποίο συστηματικά οδηγούνται οι νεότερες γενιές είναι άνευ προηγουμένου. Η σημαντικότατη εξυπηρέτηση που προσφέρει η συγκεκριμένη κατάσταση στους εκάστοτε κυνηγούς του χρήματος, της αναγνωρισιμότητας, της "λίγδας" και του καθωσπρεπισμού, εξομαλύνει το έδαφος και ωθεί στη συνεχή διόγκωση της. Ο τοίχος ύψους πολλών μέτρων που έχουν υψώσει μπροστά μας φαντάζει εμπόδιο ανυπέρβλητο. Λάθος! Είμαστε τόσοι πολλοί που μπορούμε εύκολα, πολύ πιο εύκολα απ ότι φανταζόμαστε, με μια σπρωξιά να τον κατεδαφίσουμε! Ο δυναμίτης είναι μέσα στο μυαλό μας.
Δεν έρχεται κατά παραγγελία, όχι!
Χρόνια που φεύγουν, ξεχωριστά, περίεργα...
Ψηλά στα δέντρα, σε βουνά ψηλά, σε λόφους…
Στις κορυφές με χρώματα του δειλινού
Σε μέρες λαμπερές, σε νύχτες με πανσέληνο
σε βόλτες με τους φίλους
σε μονοπάτια πέτρινα μέσα σε δάση
πλάι σε ρυάκια γαλανά
με καραβάκια ξύλινα
πανιά χαρτοπετσέτες...
κοντά στην θάλασσα
στα κύματα τα άγρια σαν τα δελφίνια...
πάνω στην σκεπή μιας καλύβας σε μια λίμνη
στο βλέμμα ενός γέροντα που αγναντεύει
σαν μέγας μάγιστρος που το επόμενο θύμα του
με τη δίψα ενός φονιά γυρεύει…
στον ουρανό και στα πουλιά..
στις γειτονιές μες τα μικρά παιδιά που τρέχουν και φωνάζουν
στην μουσική…
μέσα σε βαθιά πηγάδια σκοτεινά
μες σε σπηλιές, φαράγγια
στα πλάσματα της νύχτας, στα μάτια τους που λάμπουν..
στα βάθη των ωκεανών,
σε αποκρουστικά ζωύφια κρυμμένα εκεί κάτω…
σε απέραντες ερήμους , σε άμοιρους αλχημιστές που ψάχνουν το ελιξίριο…
μες τους ανόητους και τους τρελούς
σ’ αυτούς που ψάχνουν και στους τυχερούς...
στο γάλα , στο νερό και στον αέρα…
μες στην ψυχή, μες στην καρδιά…
Μέσα στα μάτια της…
Οίστρος που σ' αγγίζει
μα δεν φτάνει
κι αρρωσταίνεις
και φοβάσαι
ναι φοβάσαι
την καρδιά σου σαν μαράνει
Μα το δάκρυ είν' άλλο τόσο
τίποτα άλλο πια δεν έχω
για να δώσω
και φοβάσαι
αναρωτάσαι
να φιμώσω την καρδιά μου
θα μπορέσω και για πόσο;
Κι όλο τρέχεις να προλάβεις
θα' ρθει τρένο, θα' ρθει πλοίο
κι όλο τρέχεις, θα το χάσεις
όπως πάντα τελευταίος
κει θα φτάσεις
Και φοβάσαι, δεν λυπάσαι
μουσική μες' στο μυαλό σου
κι όταν θα' σαι...
πάλι φόρα το παλτό σου
σπεύσε! φτάσε!
ΜΗ φοβάσαι...